Εκεί, απλωμένο ανάμεσα σε χωράφια, σπαρτά, μαντριά και κάμπους, ένα μικρό, αγροτικό, ταπεινό χωριό.
Με ασβεστωμένα ισόγεια σπίτια και κεραμιδένιες στέγες.
Με αυλές, μπαχτσέδες και κοτούλες αμολητές να τσιμπολογάνε.
Αυλές με αχλαδιές, μουσμουλιές και βασιλικούς.
Μπαχτσέδες με λογιών-λογιών λαχανικά και φρούτα.
Στο βεραντάκι του χωριού.
Τα λιγοστά πρωινά των διακοπών, παρέα με το έτερον ήμισυ, ένα καφέ κι ένα βιβλίο.
Εκεί, στην ησυχία..
Θροϊσματα των φύλλων και ζεστό αεράκι νεοφερμένο απ' τις άκρες του χωριού.
Θαμπές ομιλίες από τον πέρα καφενέ και απόηχοι των αυτοκινήτων της εθνικής, στο βάθος.
Που-και-που, κάνα τρακτέρ.
Στην μουσμουλιά που στέκεται εμπρός μου, ένας μεγάλος, περίτεχνος ιστός αράχνης, που ενώνει κλαδιά με κάγκελα.
Αόρατος, τον ανακαλύπτεις σιγά-σιγά, ανάλογα με το πώς πέφτει το φως πάνω του -κι όσο πιο πολύ το χαζεύεις, τόσο πιο πολύ θαυμάζεις το άρτιο, απόλυτα ισορροπημένο έργο ενός τοσοδούλικου εντόμου..
Κι η φίλτατη αράχνη παραμονεύει στην κορφή, τα θύματά της: μύγες, κουνούπια κτλ. (Φίλη μας).
Κοίτα! Στην ξύλινη κολώνα της ΔΕΗ κοντοστάθηκε ένας πελαργός. Όμορφο, μεγάλο, λεπτοκαμωμένο, περήφανο πουλί.
Λελέκια τα λένε εδώ.
Κροταλίζει με το μακρύ ράμφος του κι αντηχεί παντού.. Ανοίγει διάπλατα φτερά κι απογειώνεται ξανά.
Στο βεραντάκι του χωριού.
Ο όποιος περαστικός, θα χαιρετήσει εγκάρδια και θα έρθει να κεραστεί καφέ.
Και κάποιοι μερικοί θα 'ρθούν με γιομάτα χέρια. Ντομάτες, πιπέρια, κολοκύθια απ'τον μπαχτσέ τους, φρέσκα αυγά απ'το κοτέτσι τους, φτιαχτό κατίκι, ζεστές λαλαγγίτες με βούτυρο, τυλιχτά μιλινάκια με τυρί.
Κι όλα προσφερμένα με αγάπη, βροντερή φωνή και ανοιχτές αγκάλες.
Γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι εδώ.
Απλόχεροι και γενναιόδωροι. Σε όλα τους. Είτε στους μπαχτσέδες τους, είτε στις αγκαλιές τους.
Τα μικρά προσπαθούν ακόμα να συνηθίσουν ..την ηρεμία του τόπου..
Κι ας είναι τόσο γραφικό το βεραντάκι του χωριού...
Τους πέφτει κάπως βαριά η παντελής έλλειψη τεχνολογίας εδώ.
Βλέπεις, το σπίτι στο χωριό είναι απλό, λιτό κι απέριττο. Οι πιο sci-fi συσκευές είναι ο ανεμιστήρας και το ψυγείο.
Οπότε το όποιο κινητό ή ό,τι άλλο gadget στα χέρια τους αποκτά την χρησιμότητα ενός πρώιμου Νόκια..
Και πάλι όμως.
Οι μέρες περνάνε γρήγορα εδώ.
Λίγο οι εξορμήσεις στην (όχι-και-τόσο-κοντινή) παραλία, λίγο οι σιφουνο-επισκέψεις στους θείους-θείες κτλ, κτλ, όλο και περνάνε την ώρα τους.
Τα βραδάκια μαζευόμαστε οι τέσσερίς μας σ'ένα ήρεμο καφέ με παραδοσιακά, σπιτικά, δικά τους γλυκά, διαλέγουμε το πιο άνετο τραπέζι κι απλώνουμε τα επιτραπέζιά μας, δίπλα στα εκμέκ, τα γαλακτομπούρεκα και τους μπακλαβάδες..
Κάθε βράδυ δοκιμάζουν κι από ένα 'νέο' γλυκό.
Και μετά βουρ σε παιχνίδια. Ζωγραφομαχίες, κόντρες των 5δευτερολέπτων, μπιρίμπα, ονόματα-φυτά-ζώα-πράγματα, κτλ..
Οι ομάδες σχεδόν πάντα ίδιες: εγώ με τον μεγάλο μας κι ο σύζυγος με τον μικρό μας.
Ειδικά εχθές, παίζαμε σε ομάδες Ζωγραφομαχίες -κι εγώ με τον μεγάλο μου, σαρώναμε!
Βρίσκαμε τις λέξεις εύκολα, φέρναμε μεγάλες ζαριές, πηγαίναμε για τρελή νίκη!
Παραμίλαγε το έτερον-ήμισυ:
-Πωω-πω, ρε τι ζαριές φέρνουνε;! Πριν πέντε κι έξι, τώρα εξάρες! Μας σκίζουνε!..
Και ο μικρός απαντώντας στην αναστάτωση του πατέρα του:
-Τι;; Πλάκα κάνεις; Δεν βλέπεις που τόσην ώρα προχωράνε το λάθος πούλι;;;
...........
Φσσσσςςςςτ! Μπόινγκ!..Στο βεραντάκι του χωριού.. κι ακόμα λιώνω απ'τα γέλια...…...




