Ήταν μια εκδρομή του Σαββατοκύριακου..
Μια οικογενειακή απόδραση από την πόλη για λίγο έξτρα οξυγόνο και λίγη παραπάνω παρέα μεταξύ μας.
Που έτσι, έμελλε να μας εκπλήξει όλους..
Ταξίδι, κάπου εκεί ανάμεσα στα βουνά, σε μικρό, φιδίσιο δρόμο, που ξετυλιγόταν μπροστά μας στροφούλα-στροφούλα, ενώ στ'ανοιχτά απέναντί μας απλώνονταν πολύχρωμες πεδιάδες, αγροτοχώραφα τετράγωνα σαν παζλ έτοιμα να παίξεις,
ή πυκνοπράσινες βουνοπλαγιές, με έλατα, καρυδιές, σφενδάμια, βελανιδιές..
Όπου κι αν κοιτούσαμε, η φύση μια πολύχρωμη παλέττα: πράσινες αποχρώσεις όλων των λογιών, φθινοπωρινά χρυσαφένια, φανταχτερά πορτοκαλί.
Ο προορισμός συγκεκριμένος: Φενεός, Λίμνη Δόξας. Εκεί στο μικρό, γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου.
Σαν ακουμπισμένο με ευλάβεια, στην άκρη ενός λεπτού ακρωτηριού, στο κέντρο μιας μαγικής λίμνης, προστατευμένο από άρχοντες-βουνά..
Ετσι έμοιαζε όταν φτάσαμε.. Σχεδόν μαγικό, απόλυτα μυστηριακό..
Αρχικά κρυμμένο κάτω από ένα παχύ, αδιάφανο πέπλο νεφών που σκέπαζε όλη την λίμνη..
Μα σιγά-σιγά τα σύννεφα σηκώνονταν, μόνο και μόνο για να αποκαλύψουν τις κιτρινοκόκκινες ακτογραμμές της λίμνης..
Και μετά να αιωρούνται εκεί.
Σαν σύντροφος μακρινός, αέρινος που αποπνέει γαλήνη και σέβας σ'ένα τέτοιο τόπο.
Και πιο μετά ν'αποχωρούν, ως φίλος αλλοτινός, και να αφήνουν να θαυμάσεις όλη την ομορφιά του τοπίου..
Πήραμε μαζί μας όση πιο πολλή μαγεία μπορούσαμε να κρύψουμε στην ψυχή μας.
Πλατσουρίσαμε λίγο στα βότσαλα, ανακαλύψαμε μικροσκοπικά μανιτάρια και κλέψαμε μερικά πλατανόφυλλα..
Κι όταν γυρίσαμε, μείναμε όλοι για κάμποσο ακόμα, κρυμμένοι στ' όνειρο..
Ήταν μέρες που σκεφτόμασταν αυτή την εκδρομή.
Δεν κάναμε συγκεκριμένα σχέδια, απλά λέγαμε πόσο θα θέλαμε να πάμε. Όλα εξαρτιόνταν απο τον καιρό, τα διαβάσματά τους, την παρέα που θα βρίσκαμε να πάμε 'τσούρμο', το αν θα βόλευε Σάββατο ή Κυριακή..
Το Σάββατο τελικά ξυπνήσαμε κάπως αργούτσικα, νωχελικά, με διάθεση ρέκλας, ξεκούρασης και χουχουλιάσματος..
Κι εκεί που ψηνόταν ο πρώτος καφές της μέρας, κάπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, έπεσε το ερώτημα των πιτσικόκων: 'Τελικά, τι θα κάνουμε σήμερα;'
Αυτό ήταν. Δεν θέλαμε πολύ. Κοιταχτήκαμε κι επιβεβαιώσαμε.
'Τσούρμο, ντυνόμαστε και φεύγουμε!'
Ντυθήκαμε, κάναμε μερικά σαντουιτσάκια για αυτοκινητο-κολατσιό, μισοήπιαμε τον καφέ και βουρ!
Η εκδρομούλα, μακρινή, μα ο προορισμός δεν θα άλλαζε, παρά το ..καθυστερημένο ξεκίνημα. Τι μας ένοιαζε; Δική μας όλη η μέρα!
Είχαμε χρόνια να πάμε, και μόνο για εκεί θα ξεκινούσαμε αυτή τη φορά.
Η φύση, με σύμμαχο τον καιρό, μας μάγεψαν όσο τίποτε άλλο..
Σαν ένας κόσμος μυστηρίου, σαν όνειρο..
Εις το επανειδείν..



