Γύρω από ένα Κυριακάτικο τραπέζι, οικογενειακές ιστορίες από εκείνες που έχεις βαρεθεί να ακούς ή να λες..
Γύρω από ένα Κυριακάτικο τραπέζι, κουτσομπολιά και θύμησες. Αυτή τη φορά, η κουβέντα το 'φερε για τους παλιότερους..
Την γιαγιά Πίτσα, που ήταν τόσο όμορφη, μα η ζωή της φέρθηκε πολύ σκληρά.
Τον παππού Αντώνη, που μέσα από την καθημερινή βιοπάλη, κατάφερε να χαρίσει και ζεστές αναμνήσεις στην μητέρα μου.
Τον προ-πάππου Γιάννη που ήταν τσιγκούναρος, αλλά έδινε και χαρτζιλίκι-πενταροδεκάρες στα εγγόνια, και-καλά-κρυφά στον ένα από τον άλλο.
Τον θείο Μπάμπη, που έφτιαχνε τέλειο ούζο και κονιάκ, που όμως κάποτε μαζί με τόσους άλλους, αναγκάστηκε να βιώσει ως παιδί τον ξεριζωμό.
Την γιαγιά Σμαραγδή, που έπιανε την πέτρα και την έστιβε.
Τον παππού Χρήστο, που κι εκείνος αναγκάστηκε κάποτε να αφήσει πίσω του το βιος του και μετανάστης να ζήσει αλλού, σε νεοφτιαγμένα σύνορα..Για όλους εμάς, η Νεότερη Ιστορία, δεν είναι παρά λέξεις γραμμένες σε χαρτί. Πολιτικές αποφάσεις και γεγονότα κάποιου προηγούμενου αιώνα που επηρρέασαν τόσες πολλές ζωές.
Όχι μόνο κάποιων άλλων πολύ παλιά αλλά και τις δικές μας. Της μητέρας μου, του πατέρα μου, των γονιών τους και των δικών τους γονιών πιο πριν..
Όλοι, μια κλωστή στον χρόνο ο καθένας μόνος του. Που πορεύονταν και κάποτε μπερδεύονταν μεταξύ τους.
Και κόβονταν, μα ήδη συνέχιζαν άλλες κλωστούλες, να βρίσκουν την δική τους πορεία στο χρόνο..
Μερικές φορές αρκεί κάτι λίγο, κάτι μικρό, για να δώσει το έναυσμα για κάτι άλλο / νέο, μια νέα περιπέτεια..
Το ψαχούλεμα σε ένα ξεχασμένο συρτάρι, ένα κουτί με παλιές φωτογραφίες, κάποιες σκόρπιες αναφορές σε εκείνες τις ιστορίες από τα παλιά, που θυμούνταν οι μεγάλοι μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι γιορτινό..
Νομίζω ότι όλα τελικά εξαρτήθηκαν από το βλέμμα εκείνο των μικρών μου, που στην θύμηση ενός παλιού συγγενή σε κοιτάνε ..αδιάφορα.
Και νιώθεις ότι όλες εκείνες οι μνήμες που έχεις για εκείνον τον άνθρωπο, θα χαθούν κι αυτές μαζί με σένα. Όπως χάθηκαν τόσες άλλες πριν από σένα..
Κάπως έτσι, αποφάσισα να ξεκινήσω ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο.
Πρώτη στάση: το γενεαλογικό μας δέντρο.
Το δέντρο γέμισε κλαδιά, βαριά από τις ιστορίες τους..
Ονόματα ξεπήδησαν από τις παιδικές μνήμες να γεμίσουν τα κενά, να απλώσουν όλα τα κλαδιά σωστά.
Και κάθε όνομα, μια ιστορία δικιά του. Διαφορετική.
Και το δέντρο γέμισε, μα ο χώρος μου τελείωσε..
Έφτασα στις άκρες του χαρτιού, μα θέλω κι άλλο χώρο, θέλω κι άλλα κλαδιά, έχω κι άλλα ονόματα να βάλω..
"Αγαπητέ Πρόγονε,
πέρασες από την ζωή κι έφυγες,
κι η μνήμη σου μοιάζει ξεχασμένη στη λήθη του χρόνου.
Δεν με γνώρισες, μα είμαι κομμάτι από εσένα.
Και θα προσπαθήσω να σε τιμήσω.
Θα πω στους νεότερους για σένα, τις ιστορίες σου, τους πολέμους σου, τις αγάπες σου."
Κάπως έτσι, ξεκίνησα ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο..
Ενα δέντρο τελείωσε σχεδόν. Της μητέρας μου. Ένα μικρό δώρο σε εκείνην.
Μπήκαν ήδη τα ονόματα, τώρα πρέπουν κι οι ιστορίες τους.
Ακόμα σκονισμένες, σκόρπιες μνήμες, μα πολύτιμες σαν μικρά, ακατέργαστα πετράδια..
Κάπως έτσι, ξεκίνησα ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο..
















