Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

πόσα κεράκια να βάλω πιτσικόκε;





Σαν σήμερα, ένα πρωινό μιας Πέμπτης, βγήκαμε από το σπίτι με μια βαλιτσούλα γεμάτη με τα πιο όμορφα συναισθήματα, ελπίδες και αγωνίες.
Σαν σήμερα, εκείνο το πρωινό της Πέμπτης, ήρθες στην οικογένειά μας, μια μερίδα ανθρωπάκι και μας κοιτούσες όλους με μάτια διάπλατα.
Ήσουν μπεμπάκι, πιτσικόκι, ο βενιαμινάκος μας.
Το copy-paste του αδερφού σου (ειδικά στις ζαβολιές).


Οι καιροί πέρασαν κι εσύ μεγάλωνες..
Κι έφτασες τώρα να τελειώνεις το δημοτικό. Και να 'χεις γίνει ολόκληρο αγοράκι.
Είσαι ζουζούνος, πεισματάρης κι αγκαλίτσας.
Είσαι έξυπνος, τολμηρός κι έξω καρδιά. Πονόψυχος και γενναιόδωρος.
Είσαι εκείνος, που μόλις στα τρία σου, έτρεξες να 'υπερασπιστείς' το ποδήλατο του αδερφού σου, όταν ένα άλλο παιδάκι που έπαιζε εκεί κοντά το ζήλεψε και πήγε να κάνει λίγο..
Είσαι εκείνος που, σε επιστροφή από διακοπές μας, πλησίασες μόνος σου την κυρία που ζητιάνευε κι από το καινούργιο σου πορτοφολάκι ('δώρο' από κάποιο καλοκαιρινό πανηγύρι), έβγαλες το πιο ακριβό χαρτονόμισμα που είχες χαρτζηλίκι από συγγενείς και της το πρόσφερες.
Κι όταν εκείνη διστάζοντας σου είπε 'να ρωτήσεις πρώτα τον μπαμπά σου;' που στεκόταν μόλις παραδίπλα, εσύ απάντησες κοφτά 'δικά μου είναι, εγώ στα δίνω'..
Είσαι εκείνος που θα σταθεί και θα βοηθήσει όποιον συμμαθητή σου χρειαστεί κάτι..
Όμως δεν χαρίζεσαι εύκολα. Γιατί είσαι και σκληρό αντράκι.

Και τώρα έκλεισες τα 11..


Η ευχή μου είναι απλή..
Να έχεις την καλύτερη ζωή που μπορείς να φανταστείς,
Ν'αγαπήσεις, να γελάσεις, αλλά και να κλάψεις όταν θες..
Να παίξεις τόσο δυνατά όσο θα δουλέψεις.
Κι όταν κοιμάσαι, τα όνειρά σου να σε κάνουν να χαμογελάς..
Και να μην ξεχνάς ποτέ ποτέ-ποτέ-ποτέ-ποτέ-ποτέ πόσο απέραντα σε αγαπάμε!

Η μαμίτσα σου.



Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

βουρ ξανά σχολείο!


Νέα ξεκινήματα από αύριο - ανοίγουν τα σχολεία!
Πίσω στα θρανία ξανά τα πριγκηπάκια -και όχι μόνο.


Λίγο ανόρεχτα, που χάνουν τις ανέμελες μέρες των διακοπών, λίγο αγχωμένα για τις νέες δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν, λίγο ανυπόμονα για τους φίλους που θα ξαναδούν και την νέα δασκάλα ή τους καθηγητές που θα έχουν..
Ό,τι ακριβώς συνοδεύει τις λέξεις 'νέο ξεκίνημα'...

Ντύσαμε τα καινούρια τετράδια και βιβλία..
Ετοιμάσαμε τις κασετίνες, με τα μολύβια και τα στυλό, συμμαζέψαμε και το βαλιτσάκι Καλλιτεχνικών, με όλες τις νερό-κηρό-λαδομπογιές που θα χρειαστούν και φέτος..
Κρεμάσαμε τον ολοκαίνουριο λευκό πίνακα για σημειώσεις, και στήσαμε τις νέες σχολικές τσάντες, ετοιμοπόλεμους φρουρούς, στο πλάι του γραφείου τους.
Βουρ σε νέες γνώσεις φέτος πάλι!!


Θα ζωγραφίσουμε, θα μάθουμε Ιστορία για μάχες και συνομωσίες, θα διαβάσουμε λογοτεχνίες, θα ταξιδέψουμε στ' αρχαία, θα αναλύσουμε αναλύσεις, θα διασπάσουμε τα άτομα, θα ενώσουμε στοιχεία στην χημεία και θα προβληματιστούμε σε σύνθετες εξισώσεις επιπέδου ΜΙΤ (έτσι φαντάζουν νομίζω τα μαθηματικά σε κάθε γονιό!).
Θα εμπνευστούμε, θα εκπαιδευτούμε, θα δημιουργήσουμε, θα αγχωθούμε, θα μας περάσει, θα ξανασυνεχίσουμε!





Για εκείνους που δεν έχουν ακόμα παιδιά, αυτά φαντάζουν ..'των-βαρετών-ιστορίες-πόσο-μακριά-στο-μέλλον'..

Για εκείνους που μεγάλωσαν πια αρκετά τα παιδιά τους, αυτά ακούγονται σαν ..γλυκές, παλιές ιστορίες, τίγκα στα κλισέ, που ξανα-ματά-επιβεβαιώθηκαν και για εκείνους, όπως και για τόσες άλλες γενιές πριν από αυτούς.

Κι έπειτα είμαστε κι εμείς που το ζούμε..
Που υπάρχουν φορές να μοιάζει ότι ο χρόνος έχει σταματήσει στα ίδια (ρουτίνα-σχολείο-δουλειά-σπίτι-διαβάσματα-εξωσχολικά-σπίτι-φτου-κι-απ-την-αρχή).
Που τα απογεύματα στο σπίτι θα μετριούνται με ..τα μαθήματα --και στο τι υπολείπεται ακόμα για διάβασμα για την επόμενη μέρα σχολείου.


Μα είναι κι εκείνες, οι άλλες, που ο χρόνος μοιάζει να γλιστράει μέσα από τα χέρια μας, σαν την άμμο στην κλεψύδρα..

Τελικά το πόσο μεγάλωσαν δεν μετριέται με τα κεράκια στην τούρτα.. Οχι..
Το βλέπεις στις επιγραφές της 'τάξης' των βιβλίων τους και στο μέγεθος των ρούχων την ώρα του σιδερώματος.
Το μπλουζάκι που κάποτε έστρωνα ίσιο κι έφτανε στο πλάτος της σιδερώστρας, τώρα την ξεπερνάει και στο φάρδος του..
Το μικρό ζουζούνι που έβλεπες να σηκώνεται στις μύτες των ποδιών

για να φτάσει την βρύση να βάλει νερό στο ποτήρι, τώρα ξεπερνάει το ύψος του πάσου.. Και το ψηλό αγοράκι -που ήταν απλά ένα ψηλό αγοράκι, τώρα με περνάει σε ύψος --και μάλλον έχει ήδη περάσει και τον πατέρα του..
Κινούνται στους χώρους του σπιτιού, και ξαφνικά το σπίτι ..μίκρυνε..

Και φυσικά είναι πολύ μεγάλος πια ο ..μεγάλος, για να τον συνοδεύσω στον αγιασμό...
Ας είναι.. θα πάω το μικρό πριγκηπάκι.

Καλή αρχή να έχουν και φώτιση να τα πάνε καλά! :)


Βουτάω γι' αγκαλίτσες, τώρα που κοιμούνται. 
Τα κατσιάζω, τα φιλάω, τα χαζεύω κι αναρωτιέμαι..
Αλήθεια, πόσο λίγα 'παιδικά' χρόνια και πόσοι ..'αγιασμοί' μου/τους απομένουν ακόμα;



Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

ο κόσμος -ένας καμβάς



Όταν μερικές βίδες φοριούνται στην πλάτη ενός σκαντζόχοιρου,
Όταν μ' ένα μπισκότο, έχεις τον κόσμο όλο στα χέρια σου,
κι ένα τσαμπάκι σταφύλια σε ταξιδεύει ψηλά.


Όταν σε μια '90s floppy δισκέτα συστήνεις την νέα SD καρτούλα,
Όταν μ' ένα πέταλο λουλουδιού παίζεις δίσκους στον φωνόγραφο,
και μ' ένα συνδετήρα παίζεις τρομπέτα.


Όταν μ' ένα τετράδιο σπιράλ, σε αγριοκοιτάει ένας κροκόδειλος 
και με μια μπάλα νήμα φτάνεις στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκηπα,

...τότε,.. ποιος είπε ότι τα καθημερινά αντικείμενα είναι βαρετά;




Καλό μήνα, καλά νέα, εμπνευσμένα ξεκινήματα!


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

ο θρύλος λέει..




Με νέο, λίγο αλλαγμένο look, και σε καλοκαιρινό ακόμα mood, ήθελα από μέρες να μοιραστώ μαζί σας ένα, παλιό μεν, αγαπημένο δε, κομμάτι.

Με μουσική που 'ντύνει' το πάθος, τον έρωτα, την ζήλεια, την αφοσίωση, την παντοτινή προσμονή, μια ιστορία αγάπης, ένας θρύλος της θάλασσας, από εκείνους που σε κάνουν να ταξιδεύεις νοερά στα βάθη της..







The sun has not come out yet
and Ana and Miguel
are already on fire.
She's on him,
a man and a woman
making a jumble of their bed.

And the sea - that is mad about Ana -
prefers not to look;
jealousy does not spare
neither the water, nor the seaweed, nor the salt.

By dawn
Miguel is already
in his boat
"Kiss me my love,"
he says, "and stand still on the beach
awaiting my return."

The sea murmurs in its language,
"Wretched fisherman!,
do say goodbye to her.
I don't want to share her heart."

 

And she cries and cries and cries for him.
She stands on the beach
waiting and waiting and waiting for Miguel.

Some say in the village
that that white rock is Ana.
She still waits on the beach
her body covered with salt and corals.

"Don't wait any longer, stone girl.
Miguel will not return.
The sea took him prisoner
because he did not want to let him have his woman."

And she cries and cries and cries for him.
She stands on the beach
waiting and waiting and waiting for Miguel.

Some people even say
that when there is a storm
it is Miguel who stirs the waves
fighting to death against the sea.

And she cries and cries and cries for him.
She stands on the beach
waiting and waiting and waiting for Miguel.


*******

Ο ήλιος δεν έχει βγει ακόμα
και η Ana και Miguel έχουν ήδη πάρει φωτιά.
Είναι μαζί του,
ένας άνδρας και μια γυναίκα κάνοντας έρωτα. 
  

Και η θάλασσα - που είναι τρελή για την Ana - προτιμά να μην κοιτάζει.
H ζήλια δεν χαρίζεται ούτε στο νερό, ούτε στα φύκια, ούτε στο αλάτι.
   
Από την αυγή ο Miguel είναι ήδη στην βάρκα του
"Φίλα με αγάπη μου," λέει,
"Να στέκεσαι στην παραλία περιμένοντας την επιστροφή μου. "  

Κι η θάλασσα μουρμουρίζει στη γλώσσα της,

"Παλιό-ψαρά! Πες της αντίο!. Δεν θέλω να μοιραστώ την καρδιά της. "  

Και δακρύζει και δακρύζει και δακρύζει γι 'αυτόν.
Μένει πάντα στην παραλία περιμένοντας και περιμένοντας τον Miguel.  

Κάποιοι λένε στο χωριό ότι αυτός ο λευκός βράχος είναι Ana.
Εξακολουθεί να περιμένει στην παραλία
το σώμα της καλυμμένο με αλάτι και κοράλλια. 

"Μην περιμένεις άλλο, πέτρινο κορίτσι.
Ο Miguel δεν θα επιστρέψει.
Η θάλασσα τον πήρε φυλακισμένο 
γιατί δεν ήθελε να τον αφήσει να έχει τη γυναίκα του."  

Και δακρύζει και δακρύζει και δακρύζει γι 'αυτόν.
Μένει πάντα στην παραλία περιμένοντας και περιμένοντας τον Miguel.  
Μερικοί άνθρωποι λένε ακόμη ότι όταν υπάρχει καταιγίδα
είναι ο Miguel που ανταρεύει  τα κύματα 
πολεμώντας μέχρι θανάτου με την θάλασσα.   

Και δακρύζει και δακρύζει και δακρύζει γι 'αυτόν.

Μένει πάντα στην παραλία περιμένοντας και περιμένοντας τον Miguel…


Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Κόκκινο, σωμόν, βαθύ δαμασκηνί και μωβ..


Είναι τώρα εκείνη η στιγμή μετά το λιόγερμα κι εκείνη η ησυχία του νησιού, που ζωγραφίζει τα όνειρα..

Αφουγκράζομαι τις μουσικές της θάλασσας.. Υπνωτιζει αυτό το απαλό κυματάκι που σκάει στα βότσαλα.. γάργαρο και ρυθμικό.. πτυχές που ξεδιπλώνονται κι αφήνονται νωχελικά..

Και μπροστά απλώνεται ο ορίζοντας, γεμάτος μ' όλα τα χρώματα που χωράνε στην φαντασία..
Κόκκινο, σωμόν, βαθύ δαμασκηνί και μωβ..
Και νιώθεις να ζηλευεις λίγο που δεν είσαι κι εσύ ποιητής ή ζωγράφος..
Και προσπαθείς να κρατήσεις αυτή την στιγμή και την εικόνα - που ήταν μοναδική στα πέρατα του κόσμου κι αισθάνεσαι ευλογημένος που ήσουν εκεί, μάρτυράς της...

Τα χρώματα σκούρηναν, οι σκιές μεγάλωσαν.. κι εσύ ακόμα χαζεύεις εκεί, μαζί με το υπνωτισμένο, απαλό κυματάκι...


Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

στο βεραντάκι του χωριού


Εκεί, απλωμένο ανάμεσα σε χωράφια, σπαρτά, μαντριά και κάμπους, ένα μικρό, αγροτικό, ταπεινό χωριό.
Με ασβεστωμένα ισόγεια σπίτια και κεραμιδένιες στέγες.
Με αυλές, μπαχτσέδες και κοτούλες αμολητές να τσιμπολογάνε.
Αυλές με αχλαδιές, μουσμουλιές και βασιλικούς.
Μπαχτσέδες με λογιών-λογιών λαχανικά και φρούτα.


Στο βεραντάκι του χωριού.
Τα λιγοστά πρωινά των διακοπών, παρέα με το έτερον ήμισυ, ένα καφέ κι ένα βιβλίο.
Εκεί, στην ησυχία..

Θροϊσματα των φύλλων και ζεστό αεράκι νεοφερμένο απ' τις άκρες του χωριού.
Θαμπές ομιλίες από τον πέρα καφενέ και απόηχοι των αυτοκινήτων της εθνικής, στο βάθος.
Που-και-που, κάνα τρακτέρ.




Στην μουσμουλιά που στέκεται εμπρός μου, ένας μεγάλος, περίτεχνος ιστός αράχνης, που ενώνει κλαδιά με κάγκελα.
Αόρατος, τον ανακαλύπτεις σιγά-σιγά, ανάλογα με το πώς πέφτει το φως πάνω του -κι όσο πιο πολύ το χαζεύεις, τόσο πιο πολύ θαυμάζεις το άρτιο, απόλυτα ισορροπημένο έργο ενός τοσοδούλικου εντόμου..
Κι η φίλτατη αράχνη παραμονεύει στην κορφή, τα θύματά της: μύγες, κουνούπια κτλ. (Φίλη μας).


Κοίτα! Στην ξύλινη κολώνα της ΔΕΗ κοντοστάθηκε ένας πελαργός. Όμορφο, μεγάλο, λεπτοκαμωμένο, περήφανο πουλί.
Λελέκια τα λένε εδώ.
Κροταλίζει με το μακρύ ράμφος του κι αντηχεί παντού.. Ανοίγει διάπλατα φτερά κι απογειώνεται ξανά.



Στο βεραντάκι του χωριού.
Ο όποιος περαστικός, θα χαιρετήσει εγκάρδια και θα έρθει να κεραστεί καφέ.
Και κάποιοι μερικοί θα 'ρθούν με γιομάτα χέρια. Ντομάτες, πιπέρια, κολοκύθια απ'τον μπαχτσέ τους, φρέσκα αυγά απ'το κοτέτσι τους, φτιαχτό κατίκι, ζεστές λαλαγγίτες με βούτυρο, τυλιχτά μιλινάκια με τυρί.
Κι όλα προσφερμένα με αγάπη, βροντερή φωνή και ανοιχτές αγκάλες.
Γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι εδώ.
Απλόχεροι και γενναιόδωροι. Σε όλα τους. Είτε στους μπαχτσέδες τους, είτε στις αγκαλιές τους.






Τα μικρά προσπαθούν ακόμα να συνηθίσουν ..την ηρεμία του τόπου..
Κι ας είναι τόσο γραφικό το βεραντάκι του χωριού...
Τους πέφτει κάπως βαριά η παντελής έλλειψη τεχνολογίας εδώ.
Βλέπεις, το σπίτι στο χωριό είναι απλό, λιτό κι απέριττο. Οι πιο sci-fi συσκευές είναι ο ανεμιστήρας και το ψυγείο.
Οπότε το όποιο κινητό ή ό,τι άλλο gadget στα χέρια τους αποκτά την χρησιμότητα ενός πρώιμου Νόκια..


Και πάλι όμως.
Οι μέρες περνάνε γρήγορα εδώ.
Λίγο οι εξορμήσεις στην (όχι-και-τόσο-κοντινή) παραλία, λίγο οι σιφουνο-επισκέψεις στους θείους-θείες κτλ, κτλ, όλο και περνάνε την ώρα τους.


Τα βραδάκια μαζευόμαστε οι τέσσερίς μας σ'ένα ήρεμο καφέ με παραδοσιακά, σπιτικά, δικά τους γλυκά, διαλέγουμε το πιο άνετο τραπέζι κι απλώνουμε τα επιτραπέζιά μας, δίπλα στα εκμέκ, τα γαλακτομπούρεκα και τους μπακλαβάδες..
Κάθε βράδυ δοκιμάζουν κι από ένα 'νέο' γλυκό.
Και μετά βουρ σε παιχνίδια. Ζωγραφομαχίες, κόντρες των 5δευτερολέπτων, μπιρίμπα, ονόματα-φυτά-ζώα-πράγματα, κτλ..
Οι ομάδες σχεδόν πάντα ίδιες: εγώ με τον μεγάλο μας κι ο σύζυγος με τον μικρό μας.


Ειδικά εχθές, παίζαμε σε ομάδες Ζωγραφομαχίες -κι εγώ με τον μεγάλο μου, σαρώναμε!
Βρίσκαμε τις λέξεις εύκολα, φέρναμε μεγάλες ζαριές, πηγαίναμε για τρελή νίκη!
Παραμίλαγε το έτερον-ήμισυ:
-Πωω-πω, ρε τι ζαριές φέρνουνε;! Πριν πέντε κι έξι, τώρα εξάρες! Μας σκίζουνε!..
Και ο μικρός απαντώντας στην αναστάτωση του πατέρα του:
-Τι;; Πλάκα κάνεις; Δεν βλέπεις που τόσην ώρα προχωράνε το λάθος πούλι;;;


...........
Φσσσσςςςςτ! Μπόινγκ!


..Στο βεραντάκι του χωριού.. κι ακόμα λιώνω απ'τα γέλια...…...



Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Το δικό μας road trip


Να περιοδεύεις στις αχανείς στέπες του Αμέρικα, με τα μαλλιά (και το φουλάρι) να ανεμίζουν στο ανοιχτό κάμπριο, η σκέψη να τρέχει ακόμα πιο μακριά, καθώς διασχίζεις την μισή χώρα από τις παλιές εθνικές, τις καυτές ερήμους και τις ξεχασμένες από το χρόνο καουμπόικες κωμοπόλεις..
Ετσι είναι τα road trip στις ταινίες.







Στην δική μου οικογένεια, το road trip το λέγαμε 'πάμε στο χωριό', κι ως ένα βαθμό, κάπως έμοιαζε με τις ταινίες --αλλά σε ελληνική version.

Το Αθήνα-Αλεξανδρούπολη με αυτοκίνητο, ακούγεται κάπως τρομερό για κάποιον που δεν κάνει μεγάλα ταξίδια.
Για μένα, είναι σχεδόν κομμάτι του DNA μου.. παλιές και νεότερες αναμνήσεις. Και κάθε νέα πρόοδος της εθνικής οδοποιίας χάραζε μια νέα εποχή..


Ταξίδι στο χωριό. 
Μια ιεροτελεστία από μόνο του, μαζί με το πριν και το μετά.
Πάντα θυμάμαι, μικρή, τις ετοιμασίες τελευταίας στιγμής, και το φόρτωμα των μπαγκαζιών στο αυτοκίνητο.
Να δένει ο πατέρας μου στην σχάρα τις μεγάλες αποσκευές, γιατί ο Σκαραβαίος δεν χώραγε πολλά στο καμπυλωτό πορτ-μπαγκάζ του.


Και πάντα ξεκινάγαμε το ταξίδι βράδυ.
Στρωνόμασταν στο πίσω κάθισμα η αδερφή μου κι εγώ, με τα σεντονάκια μας, τα μαξιλάρια μας, τις κούκλες μας -σκέτη κατασκήνωση. (Τίγκα αποσκευές εκεί που θα βάζαμε τα πόδια μας, άρα δεν 'έπαιζε' να πέσουμε στο κενό)..
Όταν δεν κοιμόμουν, χάζευα το φεγγάρι. Μας έπαιρνε από πίσω κάθε φορά! 
Εμάς ακολουθούσε!! 
Κι ένιωθα τυχερή, που κάτι (τόσο διάσημο και σημαντικό όσο το Φεγγάρι), προσέχει εμάς στο ταξίδι μας...

Πρώτη στάση, Άγιος Κωνσταντίνος, κοντά μεσάνυχτα. Για λίγο τέντωμα κι ένα καφέ για τον οδηγό.
Το υπόλοιπο βραδυνό ταξίδι κυλούσε με μουσική από το ράδιο -ό,τι έπιανε, αρκεί να ήταν Διονυσίου ή Καζαντζίδης -άντε και Νέο Κύμα για πιο light μουσική..

Τα Τέμπη, λόγω ώρας τα προσπερνούσαμε στο 'πήγαινε' - σταματούσαμε όμως κάθε φορά στο 'γύρνα' - και δωσ' του φωτογραφίες στην γέφυρα.. και χάζεμα στα μαγαζάκια που έχει κάτω. Πάντα, σιγοτραγουδώντας 'στης Λαρίιιισσης το ποτάαααμι / που το λέεεενε Πηνειόοοοο.....'
(Μην νομίζετε, κάπως έτσι έμαθα αρκετά νωρίς την Γεωγραφία της Βόρειας Ελλάδας.. από τις στάσεις και τα λαϊκά άσματα...)

Χαράματα πια Θεσσαλονίκη -για μπουγάτσα και πρωινό.
Αγουροξυπνημένη, ... και με λίγη γκρίνια.. --γιατί το σοκολατούχο γαλατάκι του μπουγατσά δεν ήταν το ίδιο με αυτό που πίναμε σπίτι.. και γιατί έξω ήταν σκοτάδια ακόμα.. και γιατί να κατέβουμε αφού ωραία κοιμόμαστε (τέλος πάντων, άμα νυστάζεις, όλο και κάτι βρίσκεις για να γκρινιάξεις).

Όταν πια ..στανιάραμε όλοι, ξαναξεκινούσαμε.





Τώρα θα ξεκίναγε το δύσκολο κομμάτι: 
η Eθνική Θεσ/κης - Αλεξ/λης, κάποτε, δεν ήταν παρά ένας στενός, μικρός κι ασήμαντος επαρχιακός δρόμος, που ανέβαινε βουνά, κατέβαινε πεδιάδες και ούτω καθεξής.
Για αυτό ήθελε πάντα ο πατέρας μου να φεύγουμε βράδυ από Αθήνα: ώστε εκείνα τα κομμάτια να τα κάνουμε με το φως της ημέρας.

Δρόμο παίρναμε, δρόμο αφήναμε. 
Και κάθε φορά μας έλεγε σε ποιο χωριό πλησιάζουμε -όλα τα θυμόταν!
Και να 'σου τα τρακτέρ και ό,τι άλλο αργοκίνητο μπροστά μας. Και πού χώρος για προσπέραση; Μετά το τελείωμα του εκάστοτε χωριού, κι αν λοξοδρομήσει γρήγορα για τα χωράφια του.

Και πέρα, να απλώνεται απέραντη σχεδόν η επαρχία..

- Φτάνουμε μπαμπά;  
- Να, σε λίγο. Μετά από εκείνο το βουνό.
κι έδειχνε το βουνό που σηκωνόταν αγέρωχο μακριά μας.
Ανεβαίναμε βουνό, στροφές από 'δω, στροφές από 'κει.
- Τώρα; φτάνουμε μπαμπά;
- Οχι ακόμα, είπαμε μετά από εκείνο να, το βουνό', 
κι έδειχνε πάλι το βουνό (άλλο προφανώς, αλλά πού να το αποδείξεις; )

Και κάπου μεταξύ βουνών, μετράγαμε ανηφοριές, κατεβαίναμε λαγκάδια, χαζεύαμε χωριά, ποτάμια, λίμνες κι ουρανό.
Σύντομα σταματήματα στην άκρη του δρόμου για διάφορα.. Να φτιάξει ένα γρήγορο φραπέ η μητέρα μου στον οδηγό μας, να τσιμπήσουμε κάτι, μέχρι και πικ-νικ θυμάμαι να στρώναμε.. 
   


Επόμενη στάση, κοντά στην Καβάλα, σ'ένα μικρό χωριό, το Μεσσορόπι, εκεί, στους πρόποδες του Παγγαίου..
Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, μονάχα έναν καφενέ στις παρυφές του χωριού. 
Μα ήταν -κι ακόμα είναι- η καλύτερη στάση του ταξιδιού!
Παραδοσιακός καφετζής του χωριού, με το μουστάκι του και την ποδίτσα του, μας έκανε πάντα ιδιαίτερη περιποίηση!
Η ξεχωριστή γνωριμία με τον πατέρα μου, από τα στρατιωτικά του χρόνια σαν φαντάρος, μετέτρεπε αυτόν τον παραδοσιακό, χωριάτικο καφενέ στο καλύτερο εστιατόριο!
'Κάνα αυγουλάκι για τα παιδιά' -του χωριού κιόλας! θυμάμαι πάντα να λένε με την Κυρά του, στην κουζίνα μέσα..
'Κάνα λουκανικάκι' -παραδοσιακό, δικό τους! πατατούλες, σαλατούλα, απ'όλα τα καλούδια!
Σερβιρισμένα με ανοιχτές αγκαλιές κι αγάπη..

Μα το πιο τέλειο, αυτό για το οποίο ανυπομονούσαμε τρελά η αδερφή μου κι εγώ σε όλο το ταξίδι, ήταν ο καταρράκτης στο πλάι του μαγαζιού!!
Με τα μάτια ενός 'μεγάλου' δεν ήταν παρά ένα μεγάλο ρέμα που κατέβαζε τα χιόνια του Παγγαίου που έλιωναν...
Ομως όχι στα δικά μας!
Στα δικά μας, παιδικά μάτια, ήταν ένας καταρράκτης που έτρεχε με ορμή! 
Κι άπλωνε μοσχοβολιές από δροσιά και πράσινη φύση σ' όλο το σύμπαν!
Και κάπου-κάπου, σε μιαν ακρούλα, μπορούσες να σκύψεις αρκετά και να ακουμπήσεις τα νερά που πια ηρεμούσαν...
Τι ευτυχία όταν καταφέρναμε να βρέξουμε εκεί τα χέρια μας!...

Μα το ταξίδι έχει συνέχεια, μας περίμενε ο παππούς..

Θυμάμαι να περνάμε από το 'πλακόστρωτο' κέντρο της Καβάλας -γιατί από εκεί περνούσε η τότε-Εθνική.
Κι όσο αργά και να πηγαίναμε, πάλι σαν σούστες πηγαίναμε..

Και ξανά μετά ανοιχτοί ορίζοντες.. χωράφια με ηλιόσπορους ή βαμβάκια.. συστοιχίες δέντρων πέρα μακριά, σαν να ορίζουν τα σύνορα των χωραφιών..



..Ξάνθη, ..Κομοτηνή..

Και πάλι ανυπομονησία να φτάσουμε.. 
Κι όλως παραδόξως, η απάντηση του πατέρα μου για το επόμενο βουνό, έμενε πάντα η ίδια..

Να, να!! Ταμπέλες που γράφουν σε πόσα χιλιόμετρα είναι η Αλεξανδρούπολη! Σε τόσα! Μετά ξανά σε τόσα!

Να, να! Φτάνουμε! 
- Μπαμπά, θα κάνουμε στάση στην θεία Αντωνούλα;;
(Κι όσο και να ήθελε ο έρμος μια τελευταία στάση να δει την αδερφή του.. αποκαμωμένος μετά από ήδη 15ώρες ταξίδι, του έμειναν ακόμα 45λεπτά απόσταση να φτάσει, να τελειώνει, να ξεφορτώσει, να ξεμουδιάσει, να ξεκουραστεί καλά...)
- Δεν μπορούμε τώρα βρε παιδάκια μου -αφήστε, περιμένει κι ο παππούς. Πάμε τώρα στο χωριό κι ερχόμαστε άλλη ώρα στην θεία.

Η απογοήτευση έφευγε γρήγορα όταν ξεπρόβαλλε μπροστά μας από μακριά το χωριό...
Και κολλάγαμε στα παράθυρα, σαν για να φτάσουμε πιο γρήγορα!..
Να! Φτάσαμε! 
Τι κι αν ξυπνάγαμε τον παππού, που είχε πια ξαπλώσει!..
Ακόμα αντηχεί στ' αυτιά μου η φωνή του όταν μας καλωσόριζε..
Βαθιά, γεροντική από την κούραση μιας ολόκληρης ζωής, μα γεμάτη ενθουσιασμό κι ευτυχία που μας ξανάβλεπε μετά από έναν χρόνο, τόσο που έλαμπαν τα μάτια του!





Τα χρόνια πέρασαν.. 
Οι δρόμοι έφτιαξαν, άνοιξαν, πλάτυναν και κόντυναν..
Κι εγώ μεγάλωσα και γνώρισα το έτερον ήμισυ. Και το ταξίδι τότε, είχε γίνει πιο εύκολο, πιο σύντομο.. 


Τώρα πια, με την Εγνατία, ακόμα πιο πολύ.. Το ταξίδι διαρκεί μόλις κάνα 10ωρο στο σύνολο.

Όμως η θέα άλλαξε..
Δεν περνάμε πια μέσα από τα χωριά.. κι έχω ξεχάσει τα ονόματά τους και τις φιγούρες τους..
Η διαδρομή δεν μυρίζει βαμβάκι, καρπούζια και ήλιους..
Ούτε ανεβαίνει-κατεβαίνει πια τόσα βουνά..



Μα κάποιες στάσεις, τις κρατάμε ίδιες..

Πάλι θα σταματήσουμε στα Τέμπη να περπατήσουμε. Και θα βγούμε φωτογραφία, εμείς πια, όλοι μαζί, στην κρεμαστή γέφυρα.
Και θα χαζέψουμε τα μαγαζάκια..


Πάλι θα σταματήσουμε στο Μεσσορόπι να γευματίσουμε.
Και ο καφετζής κι αν έχει γεράσει τόσο, πάλι μας υποδέχεται με χαμόγελο κι ανοιχτές αγκάλες. Και μάλλον χαίρεται κι αυτός που βλέπει την οικογένεια εκείνου του φαντάρου που κάποτε γνώρισε, να μεγαλώνει έτσι..
Και θα δείξω, κάθε φορά, στα μικρά μου τον 'καταρράκτη' κι ας είναι πια ένα απλό ρέμα...


Και θα τους πω για τα χωριά που πια δεν βλέπουμε. Κι ας βαριούνται αυτά..
Και πάλι θα ρωτάνε 'πότε φτάνουμε;' - και πάλι θα απαντάω 'Να, μετά από εκείνο το βουνό...'